hellasnewskarlsruhe.de
  Ποντιακες Παροιμιες
 



 

Ποντιακά Σατυρικά
«Δύσ...τυχα» με όλη την επικαιρότητα!

 

1. Εφέκε μας κι εδέβεν πλάν, εκείνος ο Γριβέας,
και σα Λονδίνα λάσκεται, εγέντον ξενιτέας.
 
Και η γαρήνατ’ έν σιμά, για κάτ’ εφτάει ατός,
εφοέθεν γιάμ’ κάτ’ ίνεται με ίναν καμαριέραν.
 
 
2. Ο Λιάπης πα ο άκλερον, εποίκεν κακοσίνας,
όπως εφτάνε τα μωρά, μωρουδιακά δουλείας.
 
Άχ, τίναν είχαμ’ Υπουργόν, νουνίζ’ είνας και άλλος,
ο νούς ατ’ πα ατόσον κόφτ’ επήεν Μαλαισίαν.
 
 
3. Τον Άγγελον πα είπα τον, ορία πάς Τουρκία,
κάθκα σο σπίτι σ’ άκλερε, να έρται η Εφορία.
 
Εκείνος όμως κι έξεμε, εσκώθεν εδέβεν πλάν,
βαρκίζ’ ατώρα πάρτε με, θα δίγω την παράν.
 
 
4. Ατώρα έρθεν η σειρά, να ψάλουμε τον Άκην,
«Θεέμ, Θεέμ, ντο είν ατά, που έρθαν σο κιφάλιμ’.
 
Εγώ εδίνα την παράν, να εφτάνε την δουλείαν,
κι ατοίν επήγαν είπανε, όλα σην Εφορίαν».
 
 
5. «Ατώρα οπίσ’ σα σίδερα, τερώ τον ουρανόν,
και το κιφάλι μ’ τ’ εύκαιρο, κρούω ο παλαλόν.
 
Θυμούμαι και τα παλαιά, που έμνε ο τρανόν,
και εξωπίσιμ’ έτρεξεν, και όλον ο Λαόν».
 
 
6. «Εγώ ας λέω το σωστό, εποίκα παλαλοσίνας,
ετότες για να γυναικίζω εγώ, επήγα στην Γαλλίαν.
 
Στην Εγκλεσίαν πα απές, εντούνεν την καμπάναν,
είνας πολλά πα άσκεμος, έτον ο Κουασιμόδον»!


Ποντιακες   Παροιμίες


ντο γράφκεται και τρανείν ας ατείντς πη θέλνε.


Το  ινάτ  εβγάζει  ‘ματ


TΕΡΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑΝ ΚΙ ΕΠΑΡ' ΤΗΝ ΘΕΓΑΤΕΡΑΝ


Τον  παλαλόν  έφτυγαν  ατόν  κι  εκείνος  έλεεν  βρεχ


Ο λύκον το πόστ'ν'ατ' αλλάζ' και το χούϊ'ν'ατ' κι αλλάζ


Το έξυπνον πουλίν α σο μυτίν πιάσσκεται.


Μωρόν κί ειχαμε και εταντάνιζαμε τον γέρον....


πολα ψυλα πα μητερης τρωνεσε τα καρταλε....


ΤΟ ΣΙΔΕΡΟΝ ΖΕΣΤΟΝ ΚΟΠΑΝΙΕΤΑΙ 
Στη βράση κολλάει το σίδερο

Η  ΦΤΕΙΡΑ  ΕΧΟΡΤΑΣΕΝ  ΚΑΙ  ΕΞΕΒΕΝ  ΣΗΝ  Γ Ι Α Κ Α!!!!
(φτείρα=ψείρα)

Αδάμ’ς αιΐδα ’κ’ είχεν και πυτίδα εσόρευεν.

Ο Αδάμ γίδια δεν είχε και πυτιές μάζευε.

Λέγεται: Γι αυτόν που προσπαθεί ν’ αποκτήσει πράγμα που δεν το χρειάζεται.

 

Πυτιά=στομάχι  αρνιού που ως τη σφαγή τρέφεται με γάλα, 
και αφού ξηρανθεί, χρησιμεύει στην παρασκευή τυριού ως μαγιά.

Αλεπόν τρώει κι η ζεπίρα πρέσκεται.

Η αλεπού τρώει και το κουνάβι πρήζεται.

Λέγεται: Για όποιον υπόκειται τις συνέπειες των πράξεων άλλων.

 

Άλλα ζα σπάουνταν και άλλα μαρουκούνταν

Άλλα ζώα σφάζονται και άλλα μηρυκάζουν

Λέγεται: Γι αυτούς που ευθυμούν ενώ άλλοι δυστυχούν

 

Άλλ’ τερούν και σπάν’νε κι άλλ’ τρώγ’νε και σπάν’νε

Άλλοι κοιτούν και σκάνε και άλλοι τρώνε και σκάνε.

Άλλοι υποφέρουν από την στέρηση και άλλοι από την κατάχρηση της αφθονίας. 

 

Αλλομίαν αν αντρίζω θ’ εγροικώ και κοιματίζω.

Αν ξαναπαντρευτώ θα ξέρω να προσποιούμαι.

Η πείρα είναι ο καλύτερος οδηγός

 

Αν έχ’ μουσκάρ’ θα γεννά

Αν έχει μοσχάρι (αν είναι έγκυος) θα γεννήσει.

Λέγεται για γεγονός του οποίου η επαλήθευση θα γίνει σύντομα και χωρίς αναβολή.
Δηλαδή ότι είναι να γίνει, θα γίνει.

 

Άρκον πα σα σεράντα χρόνα μίαν αχπαράεται.

Κι η Αρκούδα στα σαράντα χρόνια μια φορά τρομάζει.

Λέγεται: Για γεγονός σπάνιο.

 

Βζημένον φουρνίν, ψωμία ’κι ψεν’.

Σβηστός φούρνος ψωμιά δεν ψήνει.

Για πράγματα ή όντα των οποίων η ενέργεια έχει εξαντληθεί.

 

Εγέννεσεν το βούδ’ κι εποίκεν γαρκόν.

Γέννησε το βόδι και έκανε μοσχάρι.

Λέγεται: Γι αυτούς που ανακοινώνουν σαν σπουδαία και ενδιαφέρουσα, ασήμαντη είδηση.

 

Εγώ απιτάζω τον σκύλον
κι ο σκύλον απιτάζ’ τ’ ουράδ’ν ατ’.

Εγώ διατάζω τον σκύλο κι ο σκύλος την ουρά του.

Λέγεται: Γι αυτόν που αναθέτει σε άλλον αυτό που του ανέθεσαν.

 

Εγώ λέγ’ ατον καλόερος είμαι,
κι ατός ερωτά με πόσα παιδία έ’εις;

Εγώ του λέω είμαι καλόγερος, και αυτός με ρωτάει πόσα παιδιά έχεις;

Λέγεται: Γι αυτόν που επιμένει να ρωτά το ίδιο πράγμα
 αν και στην πρώτη ερώτηση πήρε αρνητική απάντηση.

 

Εδώκαν πρόσωπον τον Αλήν,
και εσκώθεν έχεσεν  ’ς σο χαλίν.

Έδωσαν αξία στον Αλή, και σηκώθηκε και έχεσε στο χαλί.

Λέγεται: Για αγροίκους και ανάγωγους που κάνουν κατάχρηση της συμπάθειας
και της φιλοξενείας που τους επιδεικνύουν.

 

Είναν ’κ’ εμόναζαν κι εκείνος έλεεν,
τ’ άρματα μ’ πού να κρεμάνω;

Κάποιον δεν τον φιλοξενούσαν κι εκείνος έλεγε, τα άρματά μου πού να τα κρεμάσω;

Λέγεται: Για τον ανεπιθύμητο που κάνει πως δεν καταλαβαίνει.

 

Εκαλόμαθεν η γραία ’ς σα σύκα
θα τρώει και τα συκόφυλλα.

Καλόμαθε η γριά στα σύκα θα φάει και τα συκόφυλλα.

Λέγεται: Γι αυτόν που έχει την απαίτηση να του γίνεται συνέχεια η χάρη επειδή του έγινε μια φορά.

 

Έμαθεν η γραία αβράκωτος και βρακωμέντζα εντρέπεται.

Έμαθε η γριά ξεβράκωτη και βρακωμένη ντρέπεται.

Λέγεται: Γι αυτόν που δεν ξεχνά τις κακές του συνήθειες έστω και ανήθικες.

 

Επαίρεν πρόσωπον θέλ’ και τ’ αστάρ’

Πήρε πρόσωπο (ύφασμα) θέλει και την φόδρα.

Λέγεται: Γι αυτόν που παίρνει θάρρος και γίνεται ενοχλητικός με τις απαιτήσεις του.

 

Επείνασεν ο κούκουδας κι ερούξεν ’ς σα τσιχρίτας.

Πείνασε η κουκουβάγια κι έπεσε στις ακρίδες.

Λέγεται: Γι αυτόν που στην ανάγκη δέχεται φτηνά πράγματα.

 

Εύκαιρον σακίν  ’ς σα ποδάρα ’κι στέκει.

Άδειο τσουβάλι στα πόδια δεν στέκεται.

Ο νηστικός δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του.

 

Έχω σκύλον και σύρ’ με τον λύκον.

Έχω σκύλο και πηγαίνει με τον λύκο.

Λέγεται: Για φίλο ή συγγενή που υποστηρίζει τον εχθρό.

 

Η γραία ας τ’ εγαμέθεν εσπάλτσεν την πόρταν.

Η γριά αφού γαμήθηκε, έκλεισε την πόρτα.

Λέγεται: Γι αυτούς που λαμβάνουν τις απαιτούμενες προφυλάξεις μετά το πάθημα.

 

Η κάτα ’ς σο κρέας ’κ’ έφτανεν κι έλεεν,
τάγκαλακ’, Παρασκευή έν’.

Η γάτα δεν έφτανε στο κρέας και έλεγε, κουτέ (σήμερα) Παρασκευή είναι.   
Λέγεται: Γι αυτόν που δεν παραδέχεται την αποτυχία του να αποκτήσει
επιθυμητό πράγμα και εφευρίσκει δικαιολογίες.

 

Η κορώνα όπου κι αν πάει, μαύρα ωβά ευτάει.

Το κοράκι όπου κι αν πάει μαύρα αβγά κάνει.

Ο ανεπρόκοπος όπου κι αν πάει ανεπρόκοπος είναι.

 

Η κοσσάρα όντες έρται τ’ ωβόν  ’ς σον
κώλον αραεύ’ φωλέαν

Η κότα όταν έρθει το αβγό στον κώλο της ψάχνει για φωλιά.

Λέγεται: Γι αυτόν που δεν προνοεί και τρέχει την τελευταία στιγμή

 

Η κοσσάρα πρώτα ωβάζ κι επεκεί κακανίζει.

Η κότα πρώτα γεννάει το αβγό και μετά κακαρίζει.

Λέγεται: Γι αυτόν που καυχιέται για μελλοντικό κατόρθωμα
χωρίς να είναι βέβαιη η επιτυχία.

 

Η κοσσάρα πίν’ νερόν και τερεί  ’ς σον ουρανόν.

Η κότα πίνει νερό και κοιτάει στον ουρανό

Λέγεται: Προς αγνώμονα στον οποίο προβάλλεται σαν παράδειγμα ευγνωμοσύνης
προς τον θεό, η συνήθεια της κότας να ανυψώνει το κεφάλι της
κάθε φορά που καταπίνει νερό.

 

Ήνταν θρύβ’ς  ’ς σο πινάκι σ’, θα έρται  ’ς σο χουλάρι σ’.

Ότι τρίβεις στο πιάτο σου θα έρθει στο κουτάλι σου.

Ότι κάνεις θα το βρεις μπροστά σου.

 

Ήντζαν γίνεται πρόβατον, τρώει ατον ο λύκον.

Όποιος γίνεται πρόβατο, τον τρώει ο λύκος.

Λέγεται: Για όποιον ταπεινώνεται ή φέρεται ήρεμα
και έτσι κινδυνεύει να περιφρονηθεί ή να αδικηθει.

 

Ήντζαν κρατεί το μελοκούτ’, λείχ’ το δάχτυλον ατ’.

Όποιος κρατάει το κουτί με το μέλι, γλείφει το δάχτυλό του

Λέγεται: Γι αυτόν που επωφελείται από ξένα πράγματα ή χρήματα
που ο ίδιος διαχειρίζεται.

 

Η τσούνα ντ’ εκουταβίαζεν, μαλέζ’  ’κ’ εχόρτασεν.

Η σκύλα από τότε που γέννησε αλευρόσουπα δεν χόρτασε.

Λέγεται: για γονιό που στερείται για χάρη των παιδιών του.

 

Η τυχερέσσα η μάνα, το πρωτικάρ’ν ατ’ς κορίτζ’ εφτάει ατο

Η τυχερή η μάνα το πρώτο παιδί της  κορίτσι το κάνει.

Λέγεται: Για τη μάνα που το πρώτο παιδί της είναι κορίτσι και γρήγορα
θα έχει βοηθό στις δουλειές του σπιτιού.

 

Καθαείς λέει το τάνι μ’ άσπρον έν’.

Ο καθένας λέει το τάνι μου άσπρο είναι.

Λέγεται: Για όποιον επαινεί τα δικά του πράγματα.

Τάν(ι)= Το υπόλειμμα του δουρβανίσματος, το αριάνι.

.

Κρίμαν  ’ς σο βούδ ν τ’ έσπαξα και  ’ς  σην χαρά ν τ’ εποίκα.

Κρίμα στο βόδι που έσφαξα και στη χαρά που έκανα.

Λέγεται: Για διαψευσθείσα ελπίδα.

 

Λιχνέας  ’κ’ είμαι, παραπονέας είμαι.

Λαίμαργος δεν είμαι, παραπονιάρης είμαι.

Λέγεται: Γι αυτόν που παραπονιέται όχι γιατί είναι πλεονέκτης,
αλλά γιατί στερείται ενώ άλλος αναξιώτερος απολαμβάνει περισσότερα.

 

Λύκος έρθεν  ’ς σα πρόατα αϊλλοί που έχ’ ατο έναν.

Λύκος ήρθε στα πρόβατα αλίμονο σ’ αυτόν που έχει ένα.

Λέγεται: Για κίνδυνο που απειλεί τους πάντες, πλήττει όμως περισσότερο τον φτωχό.

 

Τρανόν βούκαν φα και τρανόν λόγον μη λες.

Μεγάλη μπουκιά φάε αλλά μεγάλο λόγο μη λες.

Λέγεται: Γι αυτόν που καυχιέται.

 

Με το ζόρ’ ο σκύλον  ’ς σα πρόατα  ’κι πάει,
κι αν πάει ‘κ’ οράζ’ ατα.

Με το ζόρι ο σκύλος στα πρόβατα δεν πάει, κι αν πάει δεν τα προσέχει.

Αν δεν αγαπά κανείς αυτό που πρέπει να κάνει, με το ζόρι δεν το κάνει.

 

Με τον καιρόν ’κ’ έβρεχεν και παρώρας χαλάζ’ εντούν’νεν.

Όταν έπρεπε δεν έβρεχε και όταν δεν έπρεπε έριχνε χαλάζι.

Λέγεται: Για καταστάσεις που δεν γίνονται στην ώρα τους.

 

Να, λύκο, φα την σουμαδίαν.

Ορίστε λύκε, φάε την Σουμαδία (όνομα αγελάδας).

Λέγεται: Γι αυτόν που επιτρέπει σε άλλον να οικειοποιηθεί δικό του πράγμα.

 

Ντο έβρεξεν ο ουρανόν  η γη να μη  ’κ’ εδέχτεν.

Τι έβρεξε ο ουρανός κι η γη δεν το δέχτηκε.

Λέγεται: Γι αυτόν που υπομένει τις συμφορές της μοίρας.

 

Ο δάβολον δουλείαν  ’κ’ είχεν κι εσυνεσέβεν τα παιδία ’τ’.

Ο διάβολος δουλειά δεν είχαι  και τα έβαζε με τα παιδιά του.

Λέγεται: Για άνεργο που ασχολείται με πράγματα απρεπεί και ενοχλητικά.

 

Όθεν λαγγεύ τ’ αιίδ’ λαγγεύ και το κορίτ’.

Όπου πηδά η κατσίκα, πηδά και το κατσικάκι.

Τα παιδιά μιμούνται και μαθαίνουν αντιγράφοντας τους γονείς

 

Ο Θεόν εδίνεν τα φάβατα σ’ εκείντζ που  ’κ’ είχαν δόντια.

Ο θεός έδινε τα κουκιά σ’ αυτούς που δεν είχαν δόντια.

Λέγεται: Γι αυτούς που δεν είναι ικανοί να απολαύσουν τα αγαθά που έχουν.

 

Ο θεός σκάλας χτίζ’, άλλ’ εβγαίν’νε κι άλλ’ κατηβαίν’νε.

Ο θεός σκάλες φτιάχνει, άλλοι ανεβαίνουν και άλλοι κατεβαίνουν.

Τίποτα δεν είναι σταθερό, όλα αλλάζουν.
Εύκολα μπορεί να γίνει κάποιος από ευτυχισμένος δυστυχισμένος και το αντίθετο.

 

Οι παλαλοί εχόρευαν  ’ς σου παλαλού τ’αλλών

Οι τρελοί χόρευαν στου τρελού τ’αλλώνι                                                            

Λέγεται: Για ανθρώπους του ίδιου χαρακτήρα. 

 

Ο λύκον το μαλλίν ατ’ αλλάζ’ και το χούϊ’ν ατ ’κι αλλάζ’.

Ο λύκος το μαλλί του αλλάζει και τις συνήθειές του δεν τις αλλάζει.

Λέγεται: Γι αυτόν που από τη φύση του είναι κακός και δεν αλλάζει να γίνει καλός.

 

Όντες έμ’νε νύφε, είχα κακέσσαν πεθεράν
κι ατώρα που είμαι πεθερά  έχω κακέσσαν νύφε.

Όταν ήμουν νύφη είχα κακιά πεθερά, και τώρα που είμαι πεθερά έχω κακιά νύφη.

Λέγεται: Για τις σχέσεις νύφης και πεθεράς που ποτέ δεν θα είναι καλές.

 

Όντεσ  ’κι θέλω να φιλώ σε, ερωτώ σε,
πού κε κά έν’ το μάγ’λο σ’;

Όταν δεν θέλω να σε φιλήσω σε ρωτώ που είναι το μάγουλό σου.

Λέγεται: Για προσποιητή άγνοια.

 

Ο πάρδον τα κάκκαλα  ’τ’ παιγνεύκεται.

Ο γάτος τ’ αρχίδια του παραδέχεται.

Λέγεται: Για τον αυτάρεσκο.

 

Όποιον δάχτυλον κόφτ’ς, πονείς.

Όποιο δάχτυλα κόψεις, πονάς.

Ο γονιός πονάει το ίδιο όλα τα παιδιά του.

 

Ο σκύλον ας σο τέρεμαν εψόφεσεν.

Ο σκύλος απ’ το κοίταγμα ψόφησε.

Λέγεται: Γι αυτόν που μάταια με τα μάτια ερωτοτροπεί.

 

Ο χορτασμένον ας ση πεινασμένονος το χάλ’  ’κ’ εγροικά.

Ο χορτασμένος δεν καταλαβαίνει το χάλι του πεινασμένου.

Ο ευτυχής δεν καταλαβαίνει τον πόνο του δυστυχή.

.

Πέντε βούδα έναν ζευγάρ’

Πέντε βόδια, ένα ζευγάρι

Λέγεται: 1. Για παραλογισμό. 
              2. Για βλάκα που δεν διαφέρει σε νοημοσύνη από τα βόδια
                  και προστιθέμενος κι αυτός συγκροτούνται τρία ζευγάρια.

 

’Που καίεται  ’ς σο γάλαν φυσά και την μαντζίραν

Όποιος καίγεται στο γάλα, φυσά και το γιαούρτι.

Λέγεται: Γι αυτόν που παθαίνει κάτι μια φορά και φοβάται σε παρόμοια περίπτωση
              μήπως το ξαναπάθει, ενώ δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.

 

Που  ’κι τερεί όντες κάθεται θαμάεται  όντες σ’κούται.

Αυτός που δεν κοιτάει όταν (και που) κάθεται, θαυμάζει (απορεί) όταν σηκώνεται
(και βλέπει ότι λερώθηκε).

Λέγεται: Για τον απρόσεκτο που του συμβαίνουν απροσδόκητα παθήματα

 

Ποίος θέλ’ το καλό σ’, ευτάει σε και κλαις.

Αυτός που θέλει το καλό σου, σε κάνει και κλαις.

Λέγεται: Για τον ειλικρινή φίλο που δεν διστάζει να καυτηριάσει τα ελαττώματά σου, για να τα διορθώσεις.

 

Πολλά μη λεγνύντζ, τσακούνταν τα μέσα σ’.

Πολύ μην αδυνατίζεις, θα σπάσει η μέση σου.

Λέγεται: Ειρωνικά γι αυτόν που δείχνει υπερβολική λεπτότητα συμπεριφοράς ή περιποίησης

 

Πολλά που τρέχ’ οπίσ’ απομέν’.

Αυτός που τρέχει πολύ μένει πίσω.

Λέγεται: Για την πολύ βιασύνη που φέρνει αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

 

Ποπάς αν ’κι ίνουμαι, διάκος ίνουμαι.

Παπάς αν δεν γίνομαι, διάκος γίνομαι.

Λέγεται: Γι αυτόν που αναγνωρίζει στον εαυτό του κάποια αξία.

 

Που ’κι θέλ’ να ζυμών’,  εφτά ημέρας κοσκινίζ’.

Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, εφτά μέρες κοσκινίζει.

Λέγεται: Για τον απρόθυμο να εκτελέσει κάποιο έργο.

 

Πρώτα ώβασον κι επεκεί κακάντζον.

Πρώτα κάνε το αυγό και μετά κακάρισε.

Λέγεται: Γι αυτόν που καυχιέται για ικανότητά του πριν την αποδείξει με έργα.

 

Σιδερένα χέρα θα δουλεύ’νε και μαλαματένα θα κρατούνε.

Σιδερένια χέρια θα δουλεύουν και χρυσά θα κρατάνε.

Σημαίνει ότι για την ευπορία δεν αρκεί μόνο η εργατικότητα αλλά και η οικονομία.

 

Σίτα θ’ εποίναμε ωτίν, εχάσαμε και το μυτίν.

Εκεί που θα αποκτούσαμε αυτί, χάσαμε και τη μύτη.

Λέγεται: Γι αυτούς που επιδιώκουν να αποκτήσουν πολλά και χάνουν και τα λίγα.

 

’Σ σα σεράντα χρόνα επίασεν είναν πεντικόν.

Στα σαράντα χρόνια έπιασε έναν ποντικό.

Λέγεται: Για ασήμαντο έργο σε μεγάλο χρονικό διάστημα.
 

’Σ σ’ αλών’ν ατ’ νε βρέχ νε χονίζ’.

Στ’ αλώνι του ούτε βρέχει ούτε χιονίζει.

Λέγεται: Για τον παντελώς αδιάφορο

 

’Σ σ’ ετεψίζ’ τον πρόσωπον ετσίλτευαν
κι εκείνος έλεεν, βρέχ’.

Στου αδιάντροπου το πρόσωπο κατουρούσαν κι εκείνος έλεγε βρέχει.

Λέγεται: Γι αυτόν που δεν έχει το θάρρος να ανταποδώσει τις προσβολές
              και τις βρισιές που του απευθύνουν

 

’Σ σ’ οσπίτ’ν ατ’ πεντικός  ’κι αλευρούται.

Στο σπίτι του ποντικός δεν αλευρώνεται.

Λέγεται: Για άνθρωπο πάμφτωχο που ούτε αλεύρι υπάρχει στο σπίτι

 

Τ’ άγρα τα μουχτερά τα χιόνα ημερών’νε.

Τα άγρια τα γουρούνια, τα χιόνια τα εξημερώνουν.

Λέγεται: Για άνθρωπο αλαζόνα που αναγκάζεται από δυστυχία να ταπεινωθεί.

 

Τα κάτας εξενίτεψαν κι οι πεντικοί χορεύ’νε.

Οι γάτες ξενητεύτηκαν κι οι ποντικοί χορεύουν.

Λέγεται: Για τους ατακτούντες όταν απουσιάζουν οι ανώτεροί τους

 

Τα λάχανα ελέπ’ και την φραχτήν  ’κ’ ελέπ’.

Τα λάχανα τα βλέπει, αλλά τον φράχτη δεν τον βλέπει.

Λέγεται: Γι αυτόν που δεν βλέπει τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα συναντήσει
              στην επίτευξη του σκοπού του

 

Τ’ αλεύρα ξένα κι οι πεντικοί τοουσεύ’νε.

Τα αλέυρια ξένα κι οι ποντικοί μαλώνουν.

Λέγεται: Γι αυτούς που μαλώνουν μεταξύ τους για την απόκτηση ξένου πράγματος

 

Τάξον τον παλαλόν ας χαίρεται.

Τάξε στον τρελλό (και άστον) να χαίρεται.

Λέγεται: Για υποσχέσεις που δεν πρόκειται ποτέ να εκπληρωθούν

 

Τα παλεά τ’ αχύρα εβορίζνε.

Τα παλιά τ’ άχυρα λιχνίζουν.

Λέγεται: Γι αυτόν που ασχολείται μάταια με παλιές και ξεχασμένες υποθέσεις

 

Τ’ ακούλ’ να επουλίγουτον οι ζαντοί πα εγόραζαν.

Το μυαλό αν πουλιόταν και οι κουτοί θα αγόραζαν.

Λέγεται: Για χαρίσματα που δεν αποκτώνται με χρήματα.

 

Τ’ άψιμον όθεν καικά ρούζ’ καίει.

Η φωτιά όπου πέσει καίει.

Η δυστυχία προξενεί πραγματική θλίψη στους συγγενείς και όχι στους ξένους

 

Τ’ έξ’ το μήλον κόκκινον και τ’ απέσ’ βρούχνας γομάτον.

Απ’ έξω το μήλο κόκκινο και μέσα γεμάτο μούχλα.

Λέγεται: Για πρόσωπο ή πράγμα που μόνο εξωτερική εμφάνιση έχει.

 

Τη πεθεράς ο θάνατον τη νύφες η χαρά.

Της πεθεράς ο θάνατος της νύφης η χαρά.

Λέγεται: Για τη νύφη που χαίρεται κρυφά για το θάνατο της πεθεράς

 

Τη Τρίχας το γεφύριν.

Της Τρίχας το γεφύρι.
(Γέφυρα μεταξύ Τραπεζούντας και Ματσούκας στον ποταμό Πυξίτη-Δαφνοπόταμο
με θρύλο αντίστοιχο του γεφυριού της Άρτας).

Λέγεται: Για υπερβολική καθυστέρηση στην εκτέλεση έργου

 

Τη φοβιτσέα η μάνα καμίαν ’κ’ έκλαψεν.

Του φοβιτσιάρη η μάνα ποτέ δεν έκλαψε.

Λέγεται: Κυρίως σαν προτροπή από μάνα προς παιδί να αποφεύγει να  ριψοκινδυνεύει.

 

Τη χώρας έμπρα σ’ φαίν’ντανε, τ’ εσά οπίσ’  ’κ’ ελέπς.

Των ξένων (τα ελεττώματα) μπροστά σου φαίνονται, τα δικά σου πίσω (σου) δεν τα βλέπεις.

Λέγεται: Γι αυτόν που κατηγορεί άλλους για ελαττώματα που κι ο ίδιος έχει.

 

Την κάταν είπαν ατεν το σκατό σ’ βοτάν’
έν’ κι εντώκεν εσκέπασεν ατο.

Της γάτας της είπαν το σκατό σου βότανο είναι και αμέσως το σκέπασε.

Λέγεται: Για ανόητο που πράγμα άχρηστο γι αυτόν το θεωρεί σπουδαίο και το κρύβει.

 

Την Κερεκήν, την Κερεκήν θ’ αντρίζ’ η Κοσκοβόρα.

Την Κυριακή, την Κυριακή θα παντρευτεί η Κοτσκοβόρα.

Λέγεται: Γι αυτόν που υπόσχεται ότι θα κάνει μια δουλειά και όλο την αναβάλει.

Κοτσκοβόρα = Γυναίκα φτηνή και πρόστυχη που όταν τη ρωτούσαν πότε θα παντρευτεί,
απαντούσε την Κυριακή, χωρίς ωστόσο να έλθει ποτέ αυτή η Κυριακή.

 

Το παλαιόν  το βούδ’ εβγάλ’τ’ αυλάκ’.

Το γέρικο το βόδι βγάζει (ανοίγει) το αυλάκι.

Οι γέροντες είναι εμπειρότεροι και αποτελεσματικότεροι

 

Το γλυκίν η γλώσσα  εβγάλ’ τ’ οφίδ’ ας σο τρυπίν.

Η γλυκειά γλώσσα (ομιλία) βγάζει το φίδι απ’ την τρύπα.

Με τον καλό τρόπο πετυχαίνεις περισσότερα παρά με αυστηρότητα.

 

Το κάστανον εξέβεν ας σο κουμούσ’
κι είπεν φτου κι απόθεν εξέβα.

Το κάστανο βγήκε από το περίβλημά του και είπε φτού από εκεί που βγήκα.

Λέγεται: Γι αυτόν που ντρέπεται για την ταπεινή καταγωγή του. 

 

Το μωρόν αν  ’κι κλαίει τσιτσίν  ’κι δίγ’ν ατο.

Το μωρό αν δεν κλάψει βυζί δεν του δίνουν.

Για να αποκτήσει κάτι κάποιος πρέπει να το απαιτήσει πολλές φορές επίμονα.

 

Το παρότ’  ’ς σ’ άψιμον  καικά  ’κι ταενίζ’.

Το μπαρούτι κοντά στη φωτιά δεν αντέχει.

Εύκολα ανπτύσσονται ερωτικές σχέσεις μεταξύ ετερόφυλων νέων. 

 

Τ’ ορτακόν το βούδ’ αγλήγορα ψοφά.

Το συνεταιρικό βόδι γρήγορα ψοφά.

Λέγεται: Γι αυτόν που υπηρετεί πολλούς και δεν αντέχει, ή πράγμα που φθείρεται γρήγορα επειδή  χρησιμοποιείται από πολλούς

 

Το σύκον το σύκον τερεί και γίνεται.

Το σύκο, το σύκο κοιτάζει και ωριμάζει.

Δια της μιμήσεως πολλαπλασιάζονται τα καλά και τα κακά.

 

Το τεστίν πολλά φοράς πάει  ’ς σο πεγάδ’,
άμα μίαν τσακούται.

Η στάμνα πολλές φορές πηγαίνει στη βρύση αλλά μια φορά σπάει.

Μετά από πολλές επιτυχίες ενδεχόμενη είναι και μια αποτυχία.

 

Το τρανόν το ραχίν τρανά χόνα έχ’.

Το μεγάλο βουνό έχει και μεγάλα (πολλά) χιόνια.

Αυτός που έχει μεγάλο αξίωμα έχει και μεγάλες ευθύνες.

 

Το τσιβαλτούζ’ κι αν ρίεται, βελόνιν καταστένει.

Η σακοράφα κι αν λεπτύνει, βελόνα αντικαθιστά.

Λέγεται: Για πλούσιο που έχει υποστεί μεν πολλές οικονομικές ζημιές αλλά έχει ακόμα οικονομικές δυνάμεις.

 

Τουζ τουζ και νε μέλ’ νε κερίν.

Τουζ τουζ και ούτε μέλι ούτε κερί.

Λέγεται: Για τον επιδεικτικά και με θόρυβο (όπως η μέλισσα) εργαζόμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

 

Τ’ υστερ’νόν το ποθσμάνεμαν χαίρ ’κ’ ευτάει.

Η καθυστερημένη μεταμέλεια δεν έχει αξία.

Η αναγνώριση λανθασμένων ή κακών ενεργειών πρέπει να γίνεται άμεσα.

 

Το χαμελόν τ’ άλογον όλ’ καβαλκεύ’ν ατο.

Το χαμηλό το άλογο όλοι το καβαλικεύουν.

Λέγεται: Για άνθρωπο ήσυχο και βολικό που τον κάνουν ότι θέλουν.

 

Τον κολυμπετήν  ’ς σην έμπαν  ’κι τερούν ατον,
’ς σην έβγαν τερούν ατον.

Τον κολυμβητή όταν μπαίνει δεν τον κοιτούν, όταν βγαίνει τον κοιτούν.

Η ικανότητα κάποιου φαίνεται όχι όταν αρχίζει ένα έργο αλλά όταν το τελειώνει.

 

Τον λύκον ετραυαγγέλιζαν κι εείνος έλεεν του ποπά
τ’αιίδια που κι’αν παγνε

Τον λύκο τον τραυαγγέλιζαν κι εκείνος ρωτούσε: παπά τα γίδια σου προς τα που πηγαίνουν;

Τα φυσικά κακά ένστικτα δεν αλλάζουν με ηθικές συμβουλές.

Τραυαγγελίζω = Διαβάζω σε άρρωστο το Ευαγγέλιο για να γίνει καλά

 

Τον μισαφίρ’ άγγεψον και το σκαμνίν καλοθέκον.

Τον επισκέπτη ανάφερε και το κάθισμα καλοβάλε.

Λέγεται: Γι όποιον παρουσιάζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι αυτόν.




 

 
  205482 Besucherhier